στροφιλιά
•
- χειροκίνητη πρέσα για την πίεση των σταφυλιών μετά το πάτημά τους στο πατητήρι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στροφιλιά < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στροφιλιά | στροφιλιές |
| Γενική | στροφιλιάς | στροφιλιών |
| Αιτιατική | στροφιλιά | στροφιλιές |
| Κλητική | στροφιλιά | στροφιλιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →