στροφοδίνη
•
- γρήγορη περιστροφή ενός σώματος γύρω από άξονα, είτε ως φυσικό φαινόμενο είτε ως ελεγχόμενη διαδικασία σε τεχνολογικές εφαρμογές Βικιλεξικό
- ειδικότεραεσκεμμένη περιστροφή πυραύλων ή διαστημοπλοίου γύρω από άξονα, με σκοπό τη σταθεροποίησή του ή τη δημιουργία τεχνητής βαρύτητας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στροφοδίνη < μεσαιωνική ελληνική στροφοδινία < ελληνιστική κοινή στροφοδινέω < αρχαία ελληνική στροφή < στρέφω + δίνη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στροφοδίνη | στροφοδίνες |
| Γενική | στροφοδίνης | στροφοδινών |
| Αιτιατική | στροφοδίνη | στροφοδίνες |
| Κλητική | στροφοδίνη | στροφοδίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →