Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στροφοδίνη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γρήγορη περιστροφή ενός σώματος γύρω από άξονα, είτε ως φυσικό φαινόμενο είτε ως ελεγχόμενη διαδικασία σε τεχνολογικές εφαρμογές Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραεσκεμμένη περιστροφή πυραύλων ή διαστημοπλοίου γύρω από άξονα, με σκοπό τη σταθεροποίησή του ή τη δημιουργία τεχνητής βαρύτητας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στροφοδίνη < μεσαιωνική ελληνική στροφοδινία < ελληνιστική κοινή στροφοδινέω < αρχαία ελληνική στροφή < στρέφω + δίνη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήστροφοδίνηστροφοδίνες
Γενικήστροφοδίνηςστροφοδινών
Αιτιατικήστροφοδίνηστροφοδίνες
Κλητικήστροφοδίνηστροφοδίνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →