στροφορμή
•
- φυσικήτο διανυσματικό μέγεθος που αποτελεί το γινόμενο της ορμής ενός περιστρεφόμενου σώματος επί την απόσταση από το κέντρο περιστροφής και συμβολίζεται με λατινικό κεφαλαίο L Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στροφορμή < στροφή + ορμή < (μεταφραστικό δάνειο) ...
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στροφορμή | στροφορμές |
| Γενική | στροφορμής | στροφορμών |
| Αιτιατική | στροφορμή | στροφορμές |
| Κλητική | στροφορμή | στροφορμές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →