Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στρυφνός

/stɾifˈnos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιδιότροπος, κακότροπος Βικιλεξικό
    • στρυφνός χαρακτήρας
    • ενώ μιλούσε για την αγάπη του προς τα γράμματα, η φωνή του είχε κάτι άγριο, κάτι στρυφνό, αντίς να μαλακώσει με την αγάπη (Γιάννης Ψυχάρης, Προορισμός, «Δημοσιέφτηκε στο Νουμά, κ. αρ. 423, 13, αρ. 424, 20, αρ. 425, 27 του Φλεβάρη, αρ. 428, 20 του Μάρτη, 1911»)
  2. μεταφορικάπερίπλοκος, δυσνόητος Βικιλεξικό
    • Είναι ένα πολύ στρυφνό κείμενο, που δεν καταλαβαίνει κανείς.
    • Ἄν εἴχαμε σκοπὸ ν’ ἀκολουθήσουμε καμμιὰ φιλολογικὴ σχολή, οὔτε ὁ δυσκολολόγιστος κλασικισμός, οὔτε ὁ ξεμάλλιαρος φουτουρισμός, οὔτε ὁ συμβολισμὸς ὁ στρυφνός, οὔτε ὁ ρωμαντισμὸς ὁ πολύχρωμος, οὔτε ὁ φωτογραφικὸς ρεαλισμὸς θὰ μᾶς σκλάβωναν. (Δημοσιεύτηκε χωρίς υπογραφή, αποδίδεται στον έναν εκ των ιδρυτών του περιοδικού, Δημητρό Ζαχαριάδη, Ἀφορμές, ἀντὶ γιὰ πρόγραμμα, σελ. 1-3 από το τεύχος 1 (1911) του περιοδικού «Γράμματα»)

Ετυμολογία

στρυφνός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στρυφνός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστρυφνόςστρυφνήστρυφνό
Γενικήστρυφνούστρυφνήςστρυφνού
Αιτιατικήστρυφνόστρυφνήστρυφνό
Κλητικήστρυφνέστρυφνήστρυφνό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστρυφνοίστρυφνέςστρυφνά
Γενικήστρυφνώνστρυφνώνστρυφνών
Αιτιατικήστρυφνούςστρυφνέςστρυφνά
Κλητικήστρυφνοίστρυφνέςστρυφνά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →