στρυχνίνη
•
- φαρμακευτικήτοξική αλκαλική ουσία που εκχυλίζεται από το φυτό στρύχνος· σε μικρές δόσεις λειτουργεί σα διεγερτικό, αλλά είναι ένα από τα πιο γνωστά δηλητήρια που δρα στο κεντρικό νευρικό σύστημα, προκαλώντας σπασμούς και θάνατο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στρυχνίνη < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική strychnine < αρχαία ελληνική στρύχνος + -ίνη :: Η λέξη μαρτυρείται από το 1842
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στρυχνίνη | στρυχνίνες |
| Γενική | στρυχνίνης | στρυχνινών |
| Αιτιατική | στρυχνίνη | στρυχνίνες |
| Κλητική | στρυχνίνη | στρυχνίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →