Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στρωμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που τον έχουν στρώσει Βικιλεξικό
    • Καθ' ἥν στιγμήν στρώνουν την τάβλα τραγουδοῦσι τὸ ἑξῆς : Μπᾶ Χριστὲ καὶ τί μ' ἀρέσει, τοῦ καλοῦ γαμπροῦ ἡ τάβλα, ποῦ ναι ὄμορφα στρωμένη καὶ καλὰ τραπεζωμένη. Τὰ μεσσάλι' ἀπὸ μετάξι, καὶ στρωμένα μὲ τὴν τάξη, καὶ οἱ μπόλιες μεταξένιες καὶ τὰ πιᾶτα φιρφιρένια. (Ευστ. Γ. Πολίτης, Ο Γάμος εν Λευκάδι, στο Λαογραφία, Δελτίον της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας, τόμος Α΄, Αθήνα, τύποις Π.Δ. Σακελλαρίου, 1909, σελ. 317 https://www.google.gr/books/edition/Laographia/NiwMAAAAIAAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%CF%84%CE%AC%CE%B2%CE%BB%CE%B1&pg=PA317&printsec=frontcover)

Ετυμολογία

στρωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου στρώνω

Άλλοι τύποι

στρωμέναστρωμένεστρωμένεςστρωμένηστρωμένηςστρωμένοστρωμένοιστρωμένοςστρωμένουστρωμένουςστρωμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →