Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στρωματογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. γεωλογίαπου έχει σχέση με την στρωματογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στρωματογραφικός < στρωματογραφία + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική stratigraphique ή μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική stratigraphic)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστρωματογραφικόςστρωματογραφικήστρωματογραφικό
Γενικήστρωματογραφικούστρωματογραφικήςστρωματογραφικού
Αιτιατικήστρωματογραφικόστρωματογραφικήστρωματογραφικό
Κλητικήστρωματογραφικέστρωματογραφικήστρωματογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστρωματογραφικοίστρωματογραφικέςστρωματογραφικά
Γενικήστρωματογραφικώνστρωματογραφικώνστρωματογραφικών
Αιτιατικήστρωματογραφικούςστρωματογραφικέςστρωματογραφικά
Κλητικήστρωματογραφικοίστρωματογραφικέςστρωματογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →