στρωματογραφικός
•
- γεωλογίαπου έχει σχέση με την στρωματογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στρωματογραφικός < στρωματογραφία + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική stratigraphique ή μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική stratigraphic)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στρωματογραφικός | στρωματογραφική | στρωματογραφικό |
| Γενική | στρωματογραφικού | στρωματογραφικής | στρωματογραφικού |
| Αιτιατική | στρωματογραφικό | στρωματογραφική | στρωματογραφικό |
| Κλητική | στρωματογραφικέ | στρωματογραφική | στρωματογραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στρωματογραφικοί | στρωματογραφικές | στρωματογραφικά |
| Γενική | στρωματογραφικών | στρωματογραφικών | στρωματογραφικών |
| Αιτιατική | στρωματογραφικούς | στρωματογραφικές | στρωματογραφικά |
| Κλητική | στρωματογραφικοί | στρωματογραφικές | στρωματογραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →