Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στρόφαλος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. εξάρτημα ή τμήμα εξαρτήματος που μετατρέπει την ευθύγραμμη παλινδρομική κίνηση σε κυκλική ή το αντίστροφο Βικιλεξικό
  2. εξάρτημα ενός κινητήρα εσωτερικής καύσης που μετατρέπει την ευθύγραμμη παλιδρομική κίνηση του εμβόλου (πιστονιού) σε κυκλική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στρόφαλος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή στρόφαλος (σβούρα με σπάγγους για μαγικές τελετές) < στρέφω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήστρόφαλοςστρόφαλοι
Γενικήστροφάλου / στρόφαλουστροφάλων / στρόφαλων
Αιτιατικήστρόφαλοστροφάλους / στρόφαλους
Κλητικήστρόφαλεστρόφαλοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →