στρόφαλος
•
- εξάρτημα ή τμήμα εξαρτήματος που μετατρέπει την ευθύγραμμη παλινδρομική κίνηση σε κυκλική ή το αντίστροφο Βικιλεξικό
- εξάρτημα ενός κινητήρα εσωτερικής καύσης που μετατρέπει την ευθύγραμμη παλιδρομική κίνηση του εμβόλου (πιστονιού) σε κυκλική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στρόφαλος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή στρόφαλος (σβούρα με σπάγγους για μαγικές τελετές) < στρέφω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στρόφαλος | στρόφαλοι |
| Γενική | στροφάλου / στρόφαλου | στροφάλων / στρόφαλων |
| Αιτιατική | στρόφαλο | στροφάλους / στρόφαλους |
| Κλητική | στρόφαλε | στρόφαλοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →