Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στρώμα

/ˈstɾo.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ειδική κατασκευή για να κοιμάται άνθρωπος Βικιλεξικό
    • Στρώμα ύπνου/θαλάσσης/αερόστρωμα κ.λπ.
    • Η μάνα. Η μάνα-σύμπαν. Το στρώμα έχει βουλιάξει ελαφρά απ' το βάρος της. Το στρώμα είναι που την κρατάει στη θέση της, όπως στρεβλώνεται και καμπυλώνει γύρω απ' το κορμί. (Αλέξης Σταμάτης, Κυριακή, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
  2. οτιδήποτε απλώνεται (συνήθως οριζόντια) σε διάφορα πάχη, πάνω ή κάτω από μια άλλη (ίσως και παρόμοια, όχι όμως ίδια) μορφή ύλης Βικιλεξικό
    • στρώμα ατμοσφαιρικό, γεωλογικό, προστατευτικό, χιονιού, σκόνης, βερνικιού
  3. μεταφορικάοτιδήποτε σχηματίζει στρώμα ή κοινωνικό στρώμα Βικιλεξικό
  4. μετεωρολογίαστον πληθυντικό, τα στρώματα, ειδική κατηγορία νεφών (<απόδοση του όρου stratus clouds) σε αντιδιαστολή προς τους σωρείτες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στρώμα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική στρῶμα < στρώννυμι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήστρώμαστρώματα
Γενικήστρώματοςστρωμάτων
Αιτιατικήστρώμαστρώματα
Κλητικήστρώμαστρώματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →