στρώμα
•
- ειδική κατασκευή για να κοιμάται άνθρωπος Βικιλεξικό
- Στρώμα ύπνου/θαλάσσης/αερόστρωμα κ.λπ.
- Η μάνα. Η μάνα-σύμπαν. Το στρώμα έχει βουλιάξει ελαφρά απ' το βάρος της. Το στρώμα είναι που την κρατάει στη θέση της, όπως στρεβλώνεται και καμπυλώνει γύρω απ' το κορμί. (Αλέξης Σταμάτης, Κυριακή, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
- οτιδήποτε απλώνεται (συνήθως οριζόντια) σε διάφορα πάχη, πάνω ή κάτω από μια άλλη (ίσως και παρόμοια, όχι όμως ίδια) μορφή ύλης Βικιλεξικό
- στρώμα ατμοσφαιρικό, γεωλογικό, προστατευτικό, χιονιού, σκόνης, βερνικιού
- μεταφορικάοτιδήποτε σχηματίζει στρώμα ή κοινωνικό στρώμα Βικιλεξικό
- μετεωρολογίαστον πληθυντικό, τα στρώματα, ειδική κατηγορία νεφών (<απόδοση του όρου stratus clouds) σε αντιδιαστολή προς τους σωρείτες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στρώμα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική στρῶμα < στρώννυμι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στρώμα | στρώματα |
| Γενική | στρώματος | στρωμάτων |
| Αιτιατική | στρώμα | στρώματα |
| Κλητική | στρώμα | στρώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →