Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στυπτηρία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ονομασία πολλών θειικών αλάτων Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραη στύψη Βικιλεξικό
    • Δέψη με στυπτηρία, ανθρακική σόδα και κοινό μαγειρικό αλάτι. Για την «αδιαβροχοποίηση» (υδροαπωθητικότητα), εκτός της δέψης, επιχρίονται με κερί ή λίπη. (Βασιλική Ρόκου, Τα βυρσοδεψεία των Ιωαννίνων: από το εργαστήριο στο "εργοστάσιο" της βιοτεχνικής πόλης, Ελληνικά Γράμματα, 2004, σελ. 187)
    • Οι ιδιότητες που αποκτούσε το δέρμα επιτυγχάνονταν με τανίνη αλλά και με χρώμιο, στυπτηρία και ιχθυέλαιο, ανάλογα με τον τύπο της κατεργασίας. (Βασιλική Ρόκου, Τα βυρσοδεψεία των Ιωαννίνων: από το εργαστήριο στο "εργοστάσιο" της βιοτεχνικής πόλης, Ελληνικά Γράμματα, 2004, σελ. 189)

Ετυμολογία

στυπτηρία < αρχαία ελληνική στυπτηρία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήστυπτηρίαστυπτηρίες
Γενικήστυπτηρίαςστυπτηριών
Αιτιατικήστυπτηρίαστυπτηρίες
Κλητικήστυπτηρίαστυπτηρίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →