στωικίζω
•
- σπάνιοείμαι στωικός Βικιλεξικό
- σπάνιοφέρομαι σαν στωικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στωικίζω < στωικός + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | στωικίζω | στωικίζεις | στωικίζει | στωικίζουμε | στωικίζετε | στωικίζουν / στωικίζουνε |
| Παρατατικός | στωίκιζα | στωίκιζες | στωίκιζε | στωικίζαμε | στωικίζατε | στωίκιζαν / στωικίζαν / στωικίζανε |
| Αόριστος | στωίκισα | στωίκισες | στωίκισε | στωικίσαμε | στωικίσατε | στωίκισαν / στωικίσαν / στωικίσανε |
| Μέλλοντας | θα στωικίζω / θα στωικίσω | θα στωικίζεις / θα στωικίσεις | θα στωικίζει / θα στωικίσει | θα στωικίζουμε / θα στωικίσουμε | θα στωικίζετε / θα στωικίσετε | θα στωικίζουν / θα στωικίζουνε / θα στωικίσουν / θα στωικίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω στωικίσει | έχεις στωικίσει | έχει στωικίσει | έχουμε στωικίσει | έχετε στωικίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα στωικίσει | είχες στωικίσει | είχε στωικίσει | είχαμε στωικίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω στωικίσει / να στωικίζω / να στωικίσω | να έχεις στωικίσει / να στωικίζεις / να στωικίσεις | να έχει στωικίσει / να στωικίζει / να στωικίσει | να έχουμε στωικίσει / να στωικίζουμε / να στωικίσουμε | να έχετε στωικίσει / να στωικίζετε / να στωικίσετε | να στωικίζουν / να στωικίζουνε / να στωικίσουν / να στωικίσουνε |
| Προστακτική | — | στωίκιζε / στωίκισε | — | — | στωικίζετε / στωικίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →