στόκολο
•
- ναυτικός όροςτο λεβητοστάσιο ενός πλοίου Βικιλεξικό
- Μηχανικός στη μηχανή και ναύτης στο τιμόνι / κι ο θερμαστής στο στόκολο μ’ έξι φωτιές μαλώνει. (Από το τραγούδι «Ο θερμαστής» σε στίχους και μουσική του Γιώργου Μπάτη)
- Ο παπαγάλος σού ’στειλε στερνή φορά το γεια σου / κι απάντησε απ’ το στόκολο σπασμένα ο θερμαστής, / πέτα στο κύμα τον παλιό που εσκούριασε σουγιά σου / κι άντε μονάχη στον πρωραίον ιστό να κρεμαστείς. (Νίκος Καββαδίας, Εσμεράλδα)
- Ἀκόμη καί τά μάτια τους ἦταν σκεπασμένα μέ μαῦρα λάδια. Αὐτή εἶναι ἡ ζωή μας, εἶπε ὁ ἕνας θερμαστής, ὁ Ἰσίδωρος. Ἐγὼ ἔχω εἴκοσι χρόνια στὸ στόκολο. Καὶ τώρα, στὶς μηχανὲς μὲ τὰ λάδια, πάει καλά. Νὰ σ' ἔβλεπα τότες ποὺ τὰ βαπόρια δουλεῦαν μὲ κάρβουνο! Αὐτὴ εἶναι ἡ ζωή μᾶς, εἶπε σὰν ἠχὼ ὁ ἄλλος Καλυμνιός θερμαστής (Ηλίας Βενέζης, Ωκεανός, 1981, σελ. 141)
Ετυμολογία
στόκολο < αγγλική stokehold < stoke + hold
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στόκολο | στόκολα |
| Γενική | στόκολου | στόκολων |
| Αιτιατική | στόκολο | στόκολα |
| Κλητική | στόκολο | στόκολα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →