στόλαρχος
•
- ναυτικός όροςεπικεφαλής πολεμικού στόλου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στόλαρχος > (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή στόλαρχος. Συγχρονικά αναλύεται σε στόλ(ος) + -αρχος < άρχω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στόλαρχος | στόλαρχοι |
| Γενική | στολάρχου / στόλαρχου | στολάρχων / στόλαρχων |
| Αιτιατική | στόλαρχο | στολάρχους / στόλαρχους |
| Κλητική | στόλαρχε | στόλαρχοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →