Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στόμφος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο επιτηδευμένος λόγος, η επιλογή εντυπωσιακών λέξεων, εκφράσεων κ.λπ. Βικιλεξικό
  2. το πομπώδες ύφος στην ομιλία για λόγους επιδείξεως ή για καυχησιολογία Βικιλεξικό
    • Και επειδή όντως αυτή η εβδομάδα, ήταν πολύ κουραστική για όλους μας, σας έχω μια απολαυστική έκπληξη!» είπε με στόμφο ο Φοίβος. «Τι έκπληξη, αγάπη μας;» ρώτησαν και οι δύο απορημένες, με μία φωνή. «Εάν σας την πω, τι έκπληξη θα είναι;» διευκρίνισε χαμογελώντας ο Φοίβος! (Γιώργος Ντόβας, Μαγικό Βουνό, 2024)
  3. η υπερβολή στην έκφραση, η χρήση πομπωδών και επιτηδευμένων μέσων εκφράσεως Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στόμφος < αρχαία ελληνική στόμφος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήστόμφοςστόμφοι
Γενικήστόμφουστόμφων
Αιτιατικήστόμφοστόμφους
Κλητικήστόμφεστόμφοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →