στόμφος
•
- ο επιτηδευμένος λόγος, η επιλογή εντυπωσιακών λέξεων, εκφράσεων κ.λπ. Βικιλεξικό
- το πομπώδες ύφος στην ομιλία για λόγους επιδείξεως ή για καυχησιολογία Βικιλεξικό
- Και επειδή όντως αυτή η εβδομάδα, ήταν πολύ κουραστική για όλους μας, σας έχω μια απολαυστική έκπληξη!» είπε με στόμφο ο Φοίβος. «Τι έκπληξη, αγάπη μας;» ρώτησαν και οι δύο απορημένες, με μία φωνή. «Εάν σας την πω, τι έκπληξη θα είναι;» διευκρίνισε χαμογελώντας ο Φοίβος! (Γιώργος Ντόβας, Μαγικό Βουνό, 2024)
- η υπερβολή στην έκφραση, η χρήση πομπωδών και επιτηδευμένων μέσων εκφράσεως Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στόμφος < αρχαία ελληνική στόμφος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στόμφος | στόμφοι |
| Γενική | στόμφου | στόμφων |
| Αιτιατική | στόμφο | στόμφους |
| Κλητική | στόμφε | στόμφοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →