στόπερ
•
- αρσενικό άκλιτοαμυντικός παίκτης ποδοσφαιρικής ομάδας που σταματά την προέλαση αντίπαλων επιθετικών Βικιλεξικό
- ουδέτερο άκλιτοείδος σφήνας ή άλλης μορφής αντικειμένου που εμποδίζει την μετακίνηση άλλων αντικειμένων (πόρτας κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στόπερ < γαλλική stoppeur < αγγλική stopper < stop # στόπερ < αγγλική stopper < stop
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →