Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στόρι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. παντζούρι με γρίλιες που κλείνει και ανοίγει κάθετα Βικιλεξικό
    • Κατέβασε τα στόρια γιατί σε λίγο θα μπει ήλιος, αλλά μην τα κλείσεις τελείως.
  2. εσωτερικό διαχωριστικό πίσω από τζαμαρία Βικιλεξικό
    • Γείρε λίγο το αριστερό στόρι για να βλέπω δίπλα τι γίνεται.
  3. οικείοο βασικός άξονας της αφήγησης σε ταινία, σίριαλ ή άλλο καλλιτεχνικό ή λογοτεχνικό έργο, δηλαδή η πλοκή που οργανώνει τα γεγονότα και καθορίζει την εξέλιξη των χαρακτήρων Βικιλεξικό
    • Δεν θα πούμε πολλά για το στόρι της ταινίας, καθώς παίζεται αυτές τις μέρες στα σινεμά. Θα πούμε, όμως, πως μέσα από τη διαδρομή του ήρωα φανερώνονται βαθιές αλήθειες: τόσο για τη γονεϊκή σχέση πατέρα–γιου όσο και για την ουσιαστική σχέση (που φέρει στοιχεία και της πρώτης) καθηγητή–μαθητή. (www.efsyn.gr, 15.01.2024)
  4. νεολογισμόςπροσωρινή οπτικοακουστική αφήγηση ή ενημέρωση σε μορφή σύντομης σειράς εικόνων ή βίντεο, συχνά με φίλτρα, stickers ή κείμενο, που διαρκεί έως περίπου 24 ώρες, πριν εξαφανιστεί, και δημιουργεί αίσθηση αυθεντικότητας και επείγοντος Βικιλεξικό
    • Ανεβάζω ένα στόρι στο Instagram, όπου γνωστοποιώ τη λήξη του πειράματος. Όσα άτομα ξέρουν γι’ αυτό στέλνουν επιφωνήματα έκπληξης, ρωτώντας πόσο δύσκολο είναι ή πώς αντέχει κανείς χωρίς ζάχαρη. (www.kathimerini.gr, 27.03.2024)

Ετυμολογία

στόρι < (λόγιο δάνειο) γαλλική store + -ι < λατινική storea < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sterh₃- (πβ. αρχαία ελληνική στόρνυμι)

Άλλοι τύποι

στόρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →