στόφα
•
- βαρύ, γυαλιστερό ύφασμα πολύ μεγάλης αντοχής, που χρησιμοποιείται για ταπετσαρίες, καλύμματα επίπλων και κουρτίνες Βικιλεξικό
- σαλόνι με ευρωπαϊκή στόφα
- στα παράθυρα είχαν κουρτίνα από εμπριμέ στόφα
- μεταφορικάο ιδιαίτερος χαρακτήρας ενός ατόμου ή μιας ομάδας ατόμων Βικιλεξικό
- ο Ούλωφ Πάλμε είχε τη στόφα μεγάλου πολιτικού
- ο Ολυμπιακός είχε τη στόφα του νικητή στο χθεσινό παιχνίδι
- μαγειρική κουζίνα που λειτουργεί (συνήθως) με ξύλα, που χρησιμοποιείται επίσης σαν σόμπα Βικιλεξικό
- ενοικιάζεται δυομισάρι με στόφα και φρίζα
- ιδιωματικόη θερμάστρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στόφα < (άμεσο δάνειο) ιταλική stoffa
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στόφα | στόφες |
| Γενική | στόφας | στοφών |
| Αιτιατική | στόφα | στόφες |
| Κλητική | στόφα | στόφες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →