στύφνος
•
- βοτανικήποώδες ετήσιο φυτό (Solanum nigrum) της οικογένειας των Σολανωδών (Solanaceae), με μικρά, λευκά άνθη και μαύρους καρπούς, που περιέχει αλκαλοειδή (τα οποία σε μεγάλες ποσότητες μπορεί να είναι τοξικά) και φύεται σε διάφορες περιοχές του κόσμου σε καλλιεργήσιμα χωράφια, κήπους και ακαλλιέργητες εκτάσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στύφνος < ελληνιστική κοινή στρύφνος / στρύχνος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στύφνος | στύφνοι |
| Γενική | στύφνου | στύφνων |
| Αιτιατική | στύφνο | στύφνους |
| Κλητική | στύφνε | στύφνοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →