συγγενεύω
•
- γίνομαι συγγενής με κάποιον Βικιλεξικό
- έχω συγγένεια με κάποιον Βικιλεξικό
- μεταφορικάέχω ομοιότητες με ... Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συγγενεύω < συγγεν(ής) + -εύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συγγενεύω | συγγενεύεις | συγγενεύει | συγγενεύουμε | συγγενεύετε | συγγενεύουν / συγγενεύουνε |
| Παρατατικός | συγγένευα | συγγένευες | συγγένευε | συγγενεύαμε | συγγενεύατε | συγγένευαν / συγγενεύαν / συγγενεύανε |
| Αόριστος | συγγένεψα | συγγένεψες | συγγένεψε | συγγενέψαμε | συγγενέψατε | συγγένεψαν / συγγενέψαν / συγγενέψανε |
| Μέλλοντας | θα συγγενέψω / θα συγγενεύω | θα συγγενέψεις / θα συγγενεύεις | θα συγγενέψει / θα συγγενεύει | θα συγγενέψουμε / θα συγγενεύουμε | θα συγγενέψετε / θα συγγενεύετε | θα συγγενέψουν / θα συγγενέψουνε / θα συγγενεύουν / θα συγγενεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω συγγενέψει | έχεις συγγενέψει | έχει συγγενέψει | έχουμε συγγενέψει | έχετε συγγενέψει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συγγενέψει | είχες συγγενέψει | είχε συγγενέψει | είχαμε συγγενέψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συγγενέψει / να συγγενέψω / να συγγενεύω | να έχεις συγγενέψει / να συγγενέψεις / να συγγενεύεις | να έχει συγγενέψει / να συγγενέψει / να συγγενεύει | να έχουμε συγγενέψει / να συγγενέψουμε / να συγγενεύουμε | να έχετε συγγενέψει / να συγγενέψετε / να συγγενεύετε | να συγγενέψουν / να συγγενέψουνε / να συγγενεύουν / να συγγενεύουνε |
| Προστακτική | — | συγγένευε / συγγένεψε | — | — | συγγενέψτε / συγγενεύετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →