Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συγγνώμη

/siŋˈɣno.mi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λέξη που χρησιμοποιείται για να δηλώσει μετάνοια Βικιλεξικό
    • Ζητώ συγγνώμη για το λάθος μου, δεν θα το επαναλάβω.
    • Μια συγγνώμη από μέρους του θα έλυνε την παρεξήγηση.
  2. λέξη που χρησιμοποιείται για να προειδοποιήσουμε τους άλλους ότι πρόκειται να τους ενοχλήσουμε ή να τους διακόψουμε Βικιλεξικό
    • Ο επιβάτης του λεωφορείου προσπάθησε να περάσει ανάμεσα στους όρθιους συνεπιβάτες του ζητώντας διαρκώς συγγνώμη.

Ετυμολογία

συγγνώμη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συγγνώμη (συγχώρεση) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική pardon. Μορφολογικά αναλύεται σε συγ- (< συν) + γνώμη.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυγγνώμησυγγνώμες
Γενικήσυγγνώμης—
Αιτιατικήσυγγνώμησυγγνώμες
Κλητικήσυγγνώμησυγγνώμες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

συγγνώμη

/siŋˈɣno.mi/επιφώνημα
•
  1. επιφώνημα που δηλώνει μετάνοια ή δικαιολόγηση ενόχλησης ή διακοπής Βικιλεξικό
    • Συγγνώμη! δε θα το ξανακάνω! Συγχώρεσέ με!
    • Συγγνώμη! μήπως ξέρετε πού είναι η οδός Ερμού;
    • Ο βασιλιάς όμως, βυθισμένος στις σκέψεις του, προσπαθώντας να βρει τρόπο να αντιμετωπίσει τους Βίκινγκς, ξεχάστηκε εντελώς. Φυσικά το καρβέλι έγινε κάρβουνο και, όταν επέστρεψε η γυναίκα, κουρασμένη και πεινασμένη, έβαλε τις φωνές στον Αλφρέδο, ο οποίος, μετανιωμένος και λυπημένος, της ζήτησε πολλές φορές συγγνώμη. (Σαραντίτη Ελένη, Οι άνθρωποι του Βορρά: Βίκινγκς - η ιστορία τους, εκδ. Πατάκη, 2026)

Ετυμολογία

συγγνώμη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συγγνώμη (συγχώρεση) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική pardon. Μορφολογικά αναλύεται σε συγ- (< συν) + γνώμη.

Άλλοι τύποι

συγγνώμεςσυγγνώμησυγγνώμης

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →