συγγνώμη
•
- λέξη που χρησιμοποιείται για να δηλώσει μετάνοια Βικιλεξικό
- Ζητώ συγγνώμη για το λάθος μου, δεν θα το επαναλάβω.
- Μια συγγνώμη από μέρους του θα έλυνε την παρεξήγηση.
- λέξη που χρησιμοποιείται για να προειδοποιήσουμε τους άλλους ότι πρόκειται να τους ενοχλήσουμε ή να τους διακόψουμε Βικιλεξικό
- Ο επιβάτης του λεωφορείου προσπάθησε να περάσει ανάμεσα στους όρθιους συνεπιβάτες του ζητώντας διαρκώς συγγνώμη.
Ετυμολογία
συγγνώμη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συγγνώμη (συγχώρεση) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική pardon. Μορφολογικά αναλύεται σε συγ- (< συν) + γνώμη.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συγγνώμη | συγγνώμες |
| Γενική | συγγνώμης | — |
| Αιτιατική | συγγνώμη | συγγνώμες |
| Κλητική | συγγνώμη | συγγνώμες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →