συγγραφικά δικαιώματα
•
- νομικός όροςδικαιώματα νομικής, οικονομικής, ηθικής κ.ά. φύσης, επί του συγγραφικού έργου κάποιου συγγραφέα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συγγραφικά δικαιώματα < συγγραφικά + δικαιώματα (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική droits d'auteur )
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συγγραφικά δικαιώματα | συγγραφικά δικαιώματα |
| Γενική | — | συγγραφικών δικαιωμάτων |
| Αιτιατική | — | συγγραφικά δικαιώματα |
| Κλητική | — | συγγραφικά δικαιώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →