Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συγκέντρωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συγκεντρώνω και του συγκεντρώνομαι Βικιλεξικό
  2. μάζεμα Βικιλεξικό
    • πρώτος σκοπός της Μακντόναλντ ήταν η συγκέντρωση και ψηφιοποίηση όλων των αρχαίων ελληνικών κειμένων
  3. μάζωξη, συνάθροιση πολλών ατόμων ή αντικειμένων σε ένα σημείο Βικιλεξικό
    • Τρομάζω λίγο στη σκέψη τι διαδρομή μπορεί να έκανε ο Νίκος για να καταφέρει να βγει απ' το Αγρίνιο και να μπορέσει να φτάσει στην Αθήνα για την υπόθεση του Γιώργου. Θα ήταν σαν να παίρνει εξοδόχαρτο από στρατόπεδο. Όχι από στρατιωτική μονάδα αλλά από στρατόπεδο συγκεντρώσεως, στο οποίο τα παραπήγματα των τροφίμων είναι τα ίδια τους τα σπίτια, τα κρεβάτια τους. (Ηλίας Μαγκλίνης, Είμαι όσα έχω ξεχάσει. Μια αληθινή ιστορία, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
    • όταν το κράτος βρίσκεται σε κατάσταση πολιορκίας απαγορεύονται οι συγκεντρώσεις άνω των πέντε ατόμων
  4. κατάσταση στην οποία κάποιος σκέφτεται μόνο για κάτι συγκεκριμένο Βικιλεξικό
  5. χημείααναλογία της ποσότητας μιας ουσίας σχετικά με την ποσότητα μιας άλλης ουσίας σε ένα μείγμα ή διάλυμα Βικιλεξικό
    • η συγκέντρωση αλάτων στο νερό είναι απαγορευτική για να το πιει κάποιος

Ετυμολογία

συγκέντρωση < ελληνιστική συγκέντρωσις < συγκεντρῶ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυγκέντρωσησυγκεντρώσεις
Γενικήσυγκέντρωσηςσυγκεντρώσεων
Αιτιατικήσυγκέντρωσησυγκεντρώσεις
Κλητικήσυγκέντρωσησυγκεντρώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →