συγκατανεύω
•
- λόγιοείμαι σύμφωνος με κάτι εκφράζοντας σύμφωνη γνώμη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συγκατανεύω < αρχαία ελληνική συγκατανεύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συγκατανεύω | συγκατανεύεις | συγκατανεύει | συγκατανεύουμε | συγκατανεύετε | συγκατανεύουν / συγκατανεύουνε |
| Παρατατικός | συγκατάνευα | συγκατάνευες | συγκατάνευε | συγκατανεύαμε | συγκατανεύατε | συγκατάνευαν / συγκατανεύαν / συγκατανεύανε |
| Αόριστος | συγκατάνευσα | συγκατάνευσες | συγκατάνευσε | συγκατανεύσαμε | συγκατανεύσατε | συγκατάνευσαν / συγκατανεύσαν / συγκατανεύσανε |
| Μέλλοντας | θα συγκατανεύσω / θα συγκατανεύω | θα συγκατανεύεις / θα συγκατανεύσεις | θα συγκατανεύει / θα συγκατανεύσει | θα συγκατανεύουμε / θα συγκατανεύσουμε | θα συγκατανεύετε / θα συγκατανεύσετε | θα συγκατανεύουν / θα συγκατανεύουνε / θα συγκατανεύσουν / θα συγκατανεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συγκατανεύσει | έχεις συγκατανεύσει | έχει συγκατανεύσει | έχουμε συγκατανεύσει | έχετε συγκατανεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συγκατανεύσει | είχες συγκατανεύσει | είχε συγκατανεύσει | είχαμε συγκατανεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συγκατανεύσει / να συγκατανεύσω / να συγκατανεύω | να έχεις συγκατανεύσει / να συγκατανεύεις / να συγκατανεύσεις | να έχει συγκατανεύσει / να συγκατανεύει / να συγκατανεύσει | να έχουμε συγκατανεύσει / να συγκατανεύουμε / να συγκατανεύσουμε | να έχετε συγκατανεύσει / να συγκατανεύετε / να συγκατανεύσετε | να συγκατανεύουν / να συγκατανεύουνε / να συγκατανεύσουν / να συγκατανεύσουνε |
| Προστακτική | — | συγκατάνευε / συγκατάνευσε | — | — | συγκατανεύετε / συγκατανεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →