συγκατοχή
•
- λόγιοη από κοινού κατοχή πράγματος ή περιουσιακού στοιχείου μαζί με κάποιον άλλον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συγκατοχή < συγ- + κατοχή ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική copossession)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συγκατοχή | συγκατοχές |
| Γενική | συγκατοχής | συγκατοχών |
| Αιτιατική | συγκατοχή | συγκατοχές |
| Κλητική | συγκατοχή | συγκατοχές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →