Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συγκατοχή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοη από κοινού κατοχή πράγματος ή περιουσιακού στοιχείου μαζί με κάποιον άλλον Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συγκατοχή < συγ- + κατοχή ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική copossession)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυγκατοχήσυγκατοχές
Γενικήσυγκατοχήςσυγκατοχών
Αιτιατικήσυγκατοχήσυγκατοχές
Κλητικήσυγκατοχήσυγκατοχές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →