συγκεκριμενοποίηση
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συγκεκριμενοποιώ, το να κάνει κάποιος κάτι συγκεκριμένο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συγκεκριμενοποίηση < συγκεκριμένος + ποιώ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συγκεκριμενοποίηση | συγκεκριμενοποιήσεις |
| Γενική | συγκεκριμενοποίησης | συγκεκριμενοποιήσεων |
| Αιτιατική | συγκεκριμενοποίηση | συγκεκριμενοποιήσεις |
| Κλητική | συγκεκριμενοποίηση | συγκεκριμενοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →