Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συγκεκριμενοποιούμαι

ρήμα
•
  1. από αφηρημένος, γενικός, ασαφής, γίνομαι συγκεκριμένος, σαφέστερος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συγκεκριμενοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος συγκεκριμενοποιώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυγκεκριμενοποιούμαισυγκεκριμενοποιείσαισυγκεκριμενοποιείταισυγκεκριμενοποιούμαστεσυγκεκριμενοποιείστεσυγκεκριμενοποιούνται
Παρατατικόςσυγκεκριμενοποιούμουνσυγκεκριμενοποιούσουνσυγκεκριμενοποιούντανσυγκεκριμενοποιούμασταν / συγκεκριμενοποιούμαστεσυγκεκριμενοποιούσασταν / συγκεκριμενοποιούσαστεσυγκεκριμενοποιούνταν
Αόριστοςσυγκεκριμενοποιήθηκασυγκεκριμενοποιήθηκεςσυγκεκριμενοποιήθηκεσυγκεκριμενοποιηθήκαμεσυγκεκριμενοποιηθήκατεσυγκεκριμενοποιήθηκαν / συγκεκριμενοποιηθήκαν / συγκεκριμενοποιηθήκανε
Μέλλονταςθα συγκεκριμενοποιηθώ / θα συγκεκριμενοποιούμαιθα συγκεκριμενοποιείσαι / θα συγκεκριμενοποιηθείςθα συγκεκριμενοποιείται / θα συγκεκριμενοποιηθείθα συγκεκριμενοποιηθούμε / θα συγκεκριμενοποιούμαστεθα συγκεκριμενοποιείστε / θα συγκεκριμενοποιηθείτεθα συγκεκριμενοποιηθούν / θα συγκεκριμενοποιηθούνε / θα συγκεκριμενοποιούνται
Παρακείμενοςέχω συγκεκριμενοποιηθείέχεις συγκεκριμενοποιηθείέχει συγκεκριμενοποιηθείέχουμε συγκεκριμενοποιηθείέχετε συγκεκριμενοποιηθείέχουν συγκεκριμενοποιηθεί
Υπερσυντέλικοςείχα συγκεκριμενοποιηθείείχες συγκεκριμενοποιηθείείχε συγκεκριμενοποιηθείείχαμε συγκεκριμενοποιηθείείχατε συγκεκριμενοποιηθείείχαν συγκεκριμενοποιηθεί
Υποτακτικήνα έχω συγκεκριμενοποιηθεί / να συγκεκριμενοποιηθώ / να συγκεκριμενοποιούμαινα έχεις συγκεκριμενοποιηθεί / να συγκεκριμενοποιείσαι / να συγκεκριμενοποιηθείςνα έχει συγκεκριμενοποιηθεί / να συγκεκριμενοποιείται / να συγκεκριμενοποιηθείνα έχουμε συγκεκριμενοποιηθεί / να συγκεκριμενοποιηθούμε / να συγκεκριμενοποιούμαστενα έχετε συγκεκριμενοποιηθεί / να συγκεκριμενοποιείστε / να συγκεκριμενοποιηθείτενα έχουν συγκεκριμενοποιηθεί / να συγκεκριμενοποιηθούν / να συγκεκριμενοποιηθούνε / να συγκεκριμενοποιούνται
Προστακτική—συγκεκριμενοποιήσου——συγκεκριμενοποιείστε / συγκεκριμενοποιηθείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →