συγκεκριμενοποιούμαι
•
- από αφηρημένος, γενικός, ασαφής, γίνομαι συγκεκριμένος, σαφέστερος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συγκεκριμενοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος συγκεκριμενοποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συγκεκριμενοποιούμαι | συγκεκριμενοποιείσαι | συγκεκριμενοποιείται | συγκεκριμενοποιούμαστε | συγκεκριμενοποιείστε | συγκεκριμενοποιούνται |
| Παρατατικός | συγκεκριμενοποιούμουν | συγκεκριμενοποιούσουν | συγκεκριμενοποιούνταν | συγκεκριμενοποιούμασταν / συγκεκριμενοποιούμαστε | συγκεκριμενοποιούσασταν / συγκεκριμενοποιούσαστε | συγκεκριμενοποιούνταν |
| Αόριστος | συγκεκριμενοποιήθηκα | συγκεκριμενοποιήθηκες | συγκεκριμενοποιήθηκε | συγκεκριμενοποιηθήκαμε | συγκεκριμενοποιηθήκατε | συγκεκριμενοποιήθηκαν / συγκεκριμενοποιηθήκαν / συγκεκριμενοποιηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα συγκεκριμενοποιηθώ / θα συγκεκριμενοποιούμαι | θα συγκεκριμενοποιείσαι / θα συγκεκριμενοποιηθείς | θα συγκεκριμενοποιείται / θα συγκεκριμενοποιηθεί | θα συγκεκριμενοποιηθούμε / θα συγκεκριμενοποιούμαστε | θα συγκεκριμενοποιείστε / θα συγκεκριμενοποιηθείτε | θα συγκεκριμενοποιηθούν / θα συγκεκριμενοποιηθούνε / θα συγκεκριμενοποιούνται |
| Παρακείμενος | έχω συγκεκριμενοποιηθεί | έχεις συγκεκριμενοποιηθεί | έχει συγκεκριμενοποιηθεί | έχουμε συγκεκριμενοποιηθεί | έχετε συγκεκριμενοποιηθεί | έχουν συγκεκριμενοποιηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα συγκεκριμενοποιηθεί | είχες συγκεκριμενοποιηθεί | είχε συγκεκριμενοποιηθεί | είχαμε συγκεκριμενοποιηθεί | είχατε συγκεκριμενοποιηθεί | είχαν συγκεκριμενοποιηθεί |
| Υποτακτική | να έχω συγκεκριμενοποιηθεί / να συγκεκριμενοποιηθώ / να συγκεκριμενοποιούμαι | να έχεις συγκεκριμενοποιηθεί / να συγκεκριμενοποιείσαι / να συγκεκριμενοποιηθείς | να έχει συγκεκριμενοποιηθεί / να συγκεκριμενοποιείται / να συγκεκριμενοποιηθεί | να έχουμε συγκεκριμενοποιηθεί / να συγκεκριμενοποιηθούμε / να συγκεκριμενοποιούμαστε | να έχετε συγκεκριμενοποιηθεί / να συγκεκριμενοποιείστε / να συγκεκριμενοποιηθείτε | να έχουν συγκεκριμενοποιηθεί / να συγκεκριμενοποιηθούν / να συγκεκριμενοποιηθούνε / να συγκεκριμενοποιούνται |
| Προστακτική | — | συγκεκριμενοποιήσου | — | — | συγκεκριμενοποιείστε / συγκεκριμενοποιηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →