συγκεντρωτικός
•
- που συγκεντρώνει κάτι (πχ παράλληλες ακτίνες φωτός) σε ένα σημείο Βικιλεξικό
- συγκεντρωτικός φακός
- που συγκεντρώνει στοιχεία από διάφορες πηγές και τα παρουσιάζει συνολικά Βικιλεξικό
- στο τέλος του μήνα η επιχείρηση πρέπει να υποβάλλει συγκεντρωτική κατάσταση των ασφαλιστικών εισφορών που κατέβαλε
- που συγκεντρώνει αρμοδιότητες και εξουσίες σε ένα πρόσωπο ή ομάδα ή κέντρο διοίκησης και λήψης αποφάσεων Βικιλεξικό
- συγκεντρωτικό γραφειοκρατικό κράτος
- πληροφορικήότι χαρακτηρίζει ένα κεντρικό σύστημα (εξυπηρετητής, διακομιστής) όπου φιλοξενούνται τα δεδομένα ή και τα προγράμματα και από όπου εξυπηρετούνται οι πελάτες (clients) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συγκεντρωτικός < συγκεντρώνω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συγκεντρωτικός | συγκεντρωτική | συγκεντρωτικό |
| Γενική | συγκεντρωτικού | συγκεντρωτικής | συγκεντρωτικού |
| Αιτιατική | συγκεντρωτικό | συγκεντρωτική | συγκεντρωτικό |
| Κλητική | συγκεντρωτικέ | συγκεντρωτική | συγκεντρωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συγκεντρωτικοί | συγκεντρωτικές | συγκεντρωτικά |
| Γενική | συγκεντρωτικών | συγκεντρωτικών | συγκεντρωτικών |
| Αιτιατική | συγκεντρωτικούς | συγκεντρωτικές | συγκεντρωτικά |
| Κλητική | συγκεντρωτικοί | συγκεντρωτικές | συγκεντρωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →