Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συγκεντρωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που συγκεντρώνει κάτι (πχ παράλληλες ακτίνες φωτός) σε ένα σημείο Βικιλεξικό
    • συγκεντρωτικός φακός
  2. που συγκεντρώνει στοιχεία από διάφορες πηγές και τα παρουσιάζει συνολικά Βικιλεξικό
    • στο τέλος του μήνα η επιχείρηση πρέπει να υποβάλλει συγκεντρωτική κατάσταση των ασφαλιστικών εισφορών που κατέβαλε
  3. που συγκεντρώνει αρμοδιότητες και εξουσίες σε ένα πρόσωπο ή ομάδα ή κέντρο διοίκησης και λήψης αποφάσεων Βικιλεξικό
    • συγκεντρωτικό γραφειοκρατικό κράτος
  4. πληροφορικήότι χαρακτηρίζει ένα κεντρικό σύστημα (εξυπηρετητής, διακομιστής) όπου φιλοξενούνται τα δεδομένα ή και τα προγράμματα και από όπου εξυπηρετούνται οι πελάτες (clients) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συγκεντρωτικός < συγκεντρώνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυγκεντρωτικόςσυγκεντρωτικήσυγκεντρωτικό
Γενικήσυγκεντρωτικούσυγκεντρωτικήςσυγκεντρωτικού
Αιτιατικήσυγκεντρωτικόσυγκεντρωτικήσυγκεντρωτικό
Κλητικήσυγκεντρωτικέσυγκεντρωτικήσυγκεντρωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυγκεντρωτικοίσυγκεντρωτικέςσυγκεντρωτικά
Γενικήσυγκεντρωτικώνσυγκεντρωτικώνσυγκεντρωτικών
Αιτιατικήσυγκεντρωτικούςσυγκεντρωτικέςσυγκεντρωτικά
Κλητικήσυγκεντρωτικοίσυγκεντρωτικέςσυγκεντρωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →