συγκεντρώνομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος συγκεντρώνω Βικιλεξικό
- παθητική φωνή του ρήματος συγκεντρώνω Βικιλεξικό
- Άραξε στο κρεβάτι του και προσπάθησε να συγκεντρωθεί στο βιβλίο που κρατούσε. (Νίκος Θέμελης (2014) Η αναχώρηση [μυθιστόρημα])
Ετυμολογία
Άλλοι τύποι
συγκεντρωμένοςσυγκεντρώθηκα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →