συγκληρονομώ
•
- νομικός όροςείμαι συγκληρονόμος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συγκληρονομώ < ελληνιστική κοινή συγκληρονομέω < συγκληρονόμος < αρχαία ελληνική σύν + κληρονόμος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συγκληρονομώ | συγκληρονομείς | συγκληρονομεί | συγκληρονομούμε | συγκληρονομείτε | συγκληρονομούν / συγκληρονομούνε |
| Παρατατικός | συγκληρονομούσα | συγκληρονομούσες | συγκληρονομούσε | συγκληρονομούσαμε | συγκληρονομούσατε | συγκληρονομούσαν / συγκληρονομούσανε |
| Αόριστος | συγκληρονόμησα | συγκληρονόμησες | συγκληρονόμησε | συγκληρονομήσαμε | συγκληρονομήσατε | συγκληρονομήσαν / συγκληρονομήσανε / συγκληρονόμησαν |
| Μέλλοντας | θα συγκληρονομήσω / θα συγκληρονομώ | θα συγκληρονομήσεις / θα συγκληρονομείς | θα συγκληρονομήσει / θα συγκληρονομεί | θα συγκληρονομήσουμε / θα συγκληρονομούμε | θα συγκληρονομήσετε / θα συγκληρονομείτε | θα συγκληρονομήσουν / θα συγκληρονομήσουνε / θα συγκληρονομούν / θα συγκληρονομούνε |
| Παρακείμενος | έχω συγκληρονομήσει | έχεις συγκληρονομήσει | έχει συγκληρονομήσει | έχουμε συγκληρονομήσει | έχετε συγκληρονομήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συγκληρονομήσει | είχες συγκληρονομήσει | είχε συγκληρονομήσει | είχαμε συγκληρονομήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συγκληρονομήσει / να συγκληρονομήσω / να συγκληρονομώ | να έχεις συγκληρονομήσει / να συγκληρονομήσεις / να συγκληρονομείς | να έχει συγκληρονομήσει / να συγκληρονομήσει / να συγκληρονομεί | να έχουμε συγκληρονομήσει / να συγκληρονομήσουμε / να συγκληρονομούμε | να έχετε συγκληρονομήσει / να συγκληρονομήσετε / να συγκληρονομείτε | να συγκληρονομήσουν / να συγκληρονομήσουνε / να συγκληρονομούν / να συγκληρονομούνε |
| Προστακτική | — | συγκληρονόμει / συγκληρονόμησε | — | — | συγκληρονομήστε / συγκληρονομείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →