Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συγκλητικός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. πανεπιστημιακός καθηγητής μέλος της πανεπιστημιακής συγκλήτου Βικιλεξικό
  2. ιστορίαμέλος της ρωμαϊκής συγκλήτου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συγκλητικός < ελληνιστική κοινή συγκλητικός < αρχαία ελληνική σύγκλητος (μεταφραστικό δάνειο από τη λατινική senatorius)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυγκλητική / συγκλητικός / συγκλητικόσυγκλητικές / συγκλητικοί / συγκλητικά
Γενικήσυγκλητικής / συγκλητικού / συγκλητικούσυγκλητικών / συγκλητικών / συγκλητικών
Αιτιατικήσυγκλητική / συγκλητικό / συγκλητικόσυγκλητικές / συγκλητικούς / συγκλητικά
Κλητικήσυγκλητική / συγκλητικέ / συγκλητικόσυγκλητικές / συγκλητικοί / συγκλητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

συγκλητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιστορίαπου έχει σχέση με τη σύγκλητο ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. ιστορίαπου έχει σχέση με τη σύγκλητο ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  3. που έχει σχέση με τη σύγκλητο ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συγκλητικός < ελληνιστική κοινή συγκλητικός < αρχαία ελληνική σύγκλητος (μεταφραστικό δάνειο από τη λατινική senatorius)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυγκλητικόςσυγκλητικήσυγκλητικό
Γενικήσυγκλητικούσυγκλητικήςσυγκλητικού
Αιτιατικήσυγκλητικόσυγκλητικήσυγκλητικό
Κλητικήσυγκλητικέσυγκλητικήσυγκλητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυγκλητικοίσυγκλητικέςσυγκλητικά
Γενικήσυγκλητικώνσυγκλητικώνσυγκλητικών
Αιτιατικήσυγκλητικούςσυγκλητικέςσυγκλητικά
Κλητικήσυγκλητικοίσυγκλητικέςσυγκλητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →