συγκοινωνιακός
•
- που έχει σχέση με τη συγκοινωνία Βικιλεξικό
- Αν τώρα από το διπλοπαρκάρισμα παρεμποδίζεται η λειτουργία των συγκοινωνιακών μέσων τότε ο οδηγός διαπράττει το αδίκημα της παρακώλυσης συγκοινωνιών. (Τέλος το διπλοπαρκάρισμα – Έρχονται πρόστιμα και αφαίρεση διπλώματος, Τα Νέα, 01/12/2023 https://www.tanea.gr/2023/12/01/greece/telos-to-diploparkarisma-erxontai-prostima-kai-afairesi-diplomatos/)
- Όταν στην περίοδο 1908-1910 εμφανίζεται ο ηλεκτροκίνητος τροχιόδρομος, το τραμ, οι συνοικίες αυτές είναι από τις πρώτες που εξυπηρετούνται με το νέο αυτό συγκοινωνιακό μέσο, το οποίο αργότερα συμπληρώνεται με τη δρομολόγηση βενζινοκίνητων λεωφορείων. (Μάρω Βουγιούκα, Βασίλης Μεγαρίδης, Κουκάκι, Φιλοπάππου, Γαργαρέττα, εκδ. Φιλιππότη, 2006, σελ. 83)
Ετυμολογία
συγκοινωνιακός < (μαρτυρείται από το 1898) συγκοινωνία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συγκοινωνιακός | συγκοινωνιακή | συγκοινωνιακό |
| Γενική | συγκοινωνιακού | συγκοινωνιακής | συγκοινωνιακού |
| Αιτιατική | συγκοινωνιακό | συγκοινωνιακή | συγκοινωνιακό |
| Κλητική | συγκοινωνιακέ | συγκοινωνιακή | συγκοινωνιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συγκοινωνιακοί | συγκοινωνιακές | συγκοινωνιακά |
| Γενική | συγκοινωνιακών | συγκοινωνιακών | συγκοινωνιακών |
| Αιτιατική | συγκοινωνιακούς | συγκοινωνιακές | συγκοινωνιακά |
| Κλητική | συγκοινωνιακοί | συγκοινωνιακές | συγκοινωνιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →