Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συγκομίζω

ρήμα
•
  1. λόγιοσυλλέγω, μαζεύω Βικιλεξικό
    • Στα πεδινά το λάχανο είναι καλό να φυτεύεται από τα μέσα Σεπτεμβρίου και μετά, άρα συγκομίζεται περίπου τρεις μήνες αργότερα - επομένως λάχανο από τα πεδινά να προτιμάτε από τις αρχές Δεκεμβρίου και μετά. (*)

Ετυμολογία

συγκομίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συγκομίζω < συγ- + κομίζω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυγκομίζωσυγκομίζειςσυγκομίζεισυγκομίζουμεσυγκομίζετεσυγκομίζουν / συγκομίζουνε
Παρατατικόςσυγκόμιζασυγκόμιζεςσυγκόμιζεσυγκομίζαμεσυγκομίζατεσυγκομίζαν / συγκομίζανε / συγκόμιζαν
Αόριστοςσυγκόμισασυγκόμισεςσυγκόμισεσυγκομίσαμεσυγκομίσατεσυγκομίσαν / συγκομίσανε / συγκόμισαν
Μέλλονταςθα συγκομίζω / θα συγκομίσωθα συγκομίζεις / θα συγκομίσειςθα συγκομίζει / θα συγκομίσειθα συγκομίζουμε / θα συγκομίσουμεθα συγκομίζετε / θα συγκομίσετεθα συγκομίζουν / θα συγκομίζουνε / θα συγκομίσουν / θα συγκομίσουνε
Παρακείμενοςέχω συγκομίσειέχεις συγκομίσειέχει συγκομίσειέχουμε συγκομίσει——
Υπερσυντέλικοςείχα συγκομίσειείχες συγκομίσειείχε συγκομίσειείχαμε συγκομίσει——
Υποτακτικήνα έχω συγκομίσει / να συγκομίζω / να συγκομίσωνα έχεις συγκομίσει / να συγκομίζεις / να συγκομίσειςνα έχει συγκομίσει / να συγκομίζει / να συγκομίσεινα έχουμε συγκομίσει / να συγκομίζουμε / να συγκομίσουμενα συγκομίζετε / να συγκομίσετενα συγκομίζουν / να συγκομίζουνε / να συγκομίσουν / να συγκομίσουνε
Προστακτική—συγκόμιζε / συγκόμισε——συγκομίζετε / συγκομίστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

συγκομίζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →