συγκομιδή
•
- η συλλογή των γεωργικών προϊόντων και η συγκέντρωσή τους σε ένα χώρο, προκειμένου να πωληθούν ή να καταναλωθούν Βικιλεξικό
- μεταφορικάη συγκέντρωση στοιχείων, αντικειμένων, πληροφοριών κ.λπ. για τη δημιουργία ενός αρχείου, μιας συλλογής, ενός αποθέματος, μιας έκθεσης κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συγκομιδή < αρχαία ελληνική συγκομιδή < συν- + κομίζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συγκομιδή | συγκομιδές |
| Γενική | συγκομιδής | συγκομιδών |
| Αιτιατική | συγκομιδή | συγκομιδές |
| Κλητική | συγκομιδή | συγκομιδές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →