συγκομιστής
•
- εργάτης ή κτηματίας που ασχολείται με την συγκομιδή Βικιλεξικό
- εργαλείο που χρησιμοποιείται για συγκομιδή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συγκομιστής < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική συγκομιστής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συγκομιστής | συγκομιστές |
| Γενική | συγκομιστή | συγκομιστών |
| Αιτιατική | συγκομιστή | συγκομιστές |
| Κλητική | συγκομιστή | συγκομιστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →