Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συγκριτικός

/siŋ.ɡɾi.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που συγκρίνει ή χρησιμοποιεί ως μέθοδο τη σύγκριση Βικιλεξικό
    • συγκριτική μελέτη
    • συγκριτική γλωσσολογία
  2. που προσφέρεται προς σύγκριση Βικιλεξικό
    • συγκριτικά στοιχεία
    • συγκριτικό πλεονέκτημα
  3. γραμματικήβαθμός σύγκρισης παραθετικών των επιθέτων και επιρρημάτων Βικιλεξικό
    • Το «χειρότερος» είναι μονολεκτικός συγκριτικός βαθμός του επιθέτου «κακός».

Ετυμολογία

συγκριτικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συγκριτικός )αρχαία σημασία: συνδυαστικός) & σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική comparative

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυγκριτικόςσυγκριτικήσυγκριτικό
Γενικήσυγκριτικούσυγκριτικήςσυγκριτικού
Αιτιατικήσυγκριτικόσυγκριτικήσυγκριτικό
Κλητικήσυγκριτικέσυγκριτικήσυγκριτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυγκριτικοίσυγκριτικέςσυγκριτικά
Γενικήσυγκριτικώνσυγκριτικώνσυγκριτικών
Αιτιατικήσυγκριτικούςσυγκριτικέςσυγκριτικά
Κλητικήσυγκριτικοίσυγκριτικέςσυγκριτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →