Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συγκροτημένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που έχει οργανωθεί-συγκροτηθεί (συνήθως θετική σημασία) Βικιλεξικό
  2. συνετός, συνεπής, επιμελής κι αυτοσυγκρατημένος Βικιλεξικό
    • που έχει ανεπτυγμένη προσαγώγια έλικα
  3. συνιστάμενος, συντεθειμένος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συγκροτημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου συγκροτώ

Άλλοι τύποι

συγκροτημένασυγκροτημένεσυγκροτημένεςσυγκροτημένησυγκροτημένηςσυγκροτημένοσυγκροτημένοισυγκροτημένοςσυγκροτημένουσυγκροτημένουςσυγκροτημένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →