συγκροτημένος
•
- που έχει οργανωθεί-συγκροτηθεί (συνήθως θετική σημασία) Βικιλεξικό
- συνετός, συνεπής, επιμελής κι αυτοσυγκρατημένος Βικιλεξικό
- που έχει ανεπτυγμένη προσαγώγια έλικα
- συνιστάμενος, συντεθειμένος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συγκροτημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου συγκροτώ
Άλλοι τύποι
συγκροτημένασυγκροτημένεσυγκροτημένεςσυγκροτημένησυγκροτημένηςσυγκροτημένοσυγκροτημένοισυγκροτημένοςσυγκροτημένουσυγκροτημένουςσυγκροτημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →