Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συγκροτώ

/siŋ.gɾoˈto/ρήμα
•
  1. σχηματίζω ένα οργανωμένο σύνολο Βικιλεξικό
    • Για το σκοπό αυτό το Ίδρυμα έχει συγκροτήσει δανειστική ιματιοθήκη έθνικ φορεσιές πού λειτουργεῖ συστηματικά ἀπό τό 1975 κι ἔχει όργανώσει μαθήματα ἑλληνικῶν χορῶν στο Ναύπλιο (Αγροτική Τράπεζα, μηνιαία ενημερωτική-επικοινωνιακή έκδοση της ΑΤΕ, τεύχη 45-56, 1979, σελ. 10)

Ετυμολογία

συγκροτώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συγκροτέω / συγκροτῶ < συν- + κροτέω < κρότος

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυγκροτώσυγκροτείςσυγκροτείσυγκροτούμεσυγκροτείτεσυγκροτούν / συγκροτούνε
Παρατατικόςσυγκροτούσασυγκροτούσεςσυγκροτούσεσυγκροτούσαμεσυγκροτούσατεσυγκροτούσαν / συγκροτούσανε
Αόριστοςσυγκρότησασυγκρότησεςσυγκρότησεσυγκροτήσαμεσυγκροτήσατεσυγκροτήσαν / συγκροτήσανε / συγκρότησαν
Μέλλονταςθα συγκροτήσω / θα συγκροτώθα συγκροτήσεις / θα συγκροτείςθα συγκροτήσει / θα συγκροτείθα συγκροτήσουμε / θα συγκροτούμεθα συγκροτήσετε / θα συγκροτείτεθα συγκροτήσουν / θα συγκροτήσουνε / θα συγκροτούν / θα συγκροτούνε
Παρακείμενοςέχω συγκροτήσειέχεις συγκροτήσειέχει συγκροτήσειέχουμε συγκροτήσει——
Υπερσυντέλικοςείχα συγκροτήσειείχες συγκροτήσειείχε συγκροτήσει———
Υποτακτικήνα έχω συγκροτήσει / να συγκροτήσω / να συγκροτώνα έχεις συγκροτήσει / να συγκροτήσεις / να συγκροτείςνα έχει συγκροτήσει / να συγκροτήσει / να συγκροτείνα έχουμε συγκροτήσει / να συγκροτήσουμε / να συγκροτούμενα συγκροτήσετε / να συγκροτείτενα συγκροτήσουν / να συγκροτήσουνε / να συγκροτούν / να συγκροτούνε
Προστακτική—συγκρότει / συγκρότησε——συγκροτήστε / συγκροτείτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

συγκροτήθηκασυγκροτούμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →