συγκρουόμενος
•
- αυτός που συγκρούεται Βικιλεξικό
- Παίζει στα συγκρουόμενα (ενν. αυτοκινητάκια)
Ετυμολογία
συγκρουόμενος < μετοχή παθητικού ενεστώτα συγκρούομαι
Άλλοι τύποι
συγκρουόμενασυγκρουόμενεσυγκρουόμενεςσυγκρουόμενησυγκρουόμενηςσυγκρουόμενοσυγκρουόμενοισυγκρουόμενοςσυγκρουόμενουσυγκρουόμενουςσυγκρουόμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →