συγκυρία
•
- το αποτέλεσμα της σύμπτωσης γεγονότων σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συγκυρία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συγκυρία < συγκυρῶ < σύν + κῠρέω, άγνωστης ετυμολογικής αρχής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συγκυρία | συγκυρίες |
| Γενική | συγκυρίας | συγκυριών |
| Αιτιατική | συγκυρία | συγκυρίες |
| Κλητική | συγκυρία | συγκυρίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →