Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συγυρίζω

/si.ʝiˈɾi.zo/ρήμα
•
  1. τακτοποιώ αντικείμενα, περιορίζω την ακαταστασία Βικιλεξικό
    • Δημήτρης Κολλάτος, Οι ελιές
    • Συγύριζα το σπίτι όπως όπως, συδαύλιζα τη φωτιά να γίνουν γρήγορα τα όσπρια κι ετοίμαζα το κολατσιό που μου άρεσε, την καπύρα. Έκοβα μια χοντρή φέτα από το καρβέλι, την έψηνα στη θράκα και ζεστή ζεστή την άλειβα με λάδι. Πριν πάρω το δρόμο για τη θάλασσα, την είχα κιόλας καταβροχθίσει. (Λίτσα Ψαραύτη, Το χαμόγελο της Εκάτης, εκδ. Πατάκη, 1996, σελ. 76)
  2. μεταφορικάτιμωρώ Βικιλεξικό
  3. παθητική φωνήσυγυρίζομαι: φροντίζω τον εαυτό μου, την εξωτερική μου εμφάνιση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συγυρίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική συγυρίζω. Μορφολογικά αναλύεται σε συ- + γυρίζω. Κατά μία άποψη, το ρήμα γυρίζω εδώ σημαίνει «διαπομπεύω, περιφέρω πρόσωπο για διαπόμπευση».

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυγυρίζωσυγυρίζειςσυγυρίζεισυγυρίζουμεσυγυρίζετεσυγυρίζουν / συγυρίζουνε
Παρατατικόςσυγύριζασυγύριζεςσυγύριζεσυγυρίζαμεσυγυρίζατεσυγυρίζαν / συγυρίζανε / συγύριζαν
Αόριστοςσυγύρισασυγύρισεςσυγύρισεσυγυρίσαμεσυγυρίσατεσυγυρίσαν / συγυρίσανε / συγύρισαν
Μέλλονταςθα συγυρίζω / θα συγυρίσωθα συγυρίζεις / θα συγυρίσειςθα συγυρίζει / θα συγυρίσειθα συγυρίζουμε / θα συγυρίσουμεθα συγυρίζετε / θα συγυρίσετεθα συγυρίζουν / θα συγυρίζουνε / θα συγυρίσουν / θα συγυρίσουνε
Παρακείμενοςέχω συγυρίσειέχεις συγυρίσειέχει συγυρίσειέχουμε συγυρίσει——
Υπερσυντέλικοςείχα συγυρίσειείχες συγυρίσειείχε συγυρίσειείχαμε συγυρίσει——
Υποτακτικήνα έχω συγυρίσει / να συγυρίζω / να συγυρίσωνα έχεις συγυρίσει / να συγυρίζεις / να συγυρίσειςνα έχει συγυρίσει / να συγυρίζει / να συγυρίσεινα έχουμε συγυρίσει / να συγυρίζουμε / να συγυρίσουμενα συγυρίζετε / να συγυρίσετενα συγυρίζουν / να συγυρίζουνε / να συγυρίσουν / να συγυρίσουνε
Προστακτική—έχε συγυρισμένο / συγύριζε / συγύρισε——συγυρίζετε / συγυρίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →