συγχέω
•
- δεν αντιλαμβάνομαι τη διαφορά, μπερδεύω, δεν διακρίνω διαφορά μεταξύ δύο πραγμάτων ή προσώπων που έχουν κάποιου είδους συνάφεια Βικιλεξικό
- Νομίζω ότι συγχέεις την κομματικοποιήση με την πολιτικοποίηση.
Ετυμολογία
συγχέω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συγχέω < συγ- + χέω (χύνω)
Άλλοι τύποι
συγκεχυμένοςσυγχέομαισυγχύθηκασυνέχεασυνέχυσασύγχυσα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →