συγχαρητήρια
•
- έκφραση που λέγεται όταν θέλει κανείς να συγχαρεί κάποιον· δείχνει την χαρά και την έγκριση του ομιλητή για μία πράξη που έκανε κάποιος τρίτος Βικιλεξικό
- Ο διευθυντής έδωσε τα συγχαρητήριά του στους μαθητές που αρίστευσαν.
Ετυμολογία
συγχαρητήρια < μαρτυρείται από το 1856 στον πληθυντικό αριθμό στο Γαλλοελληνικόν και Ελληνογαλλικόν Λεξικόν του Σκ. Δ. Βυζαντίου < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική congratulations < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου συγχαρητήριος στον πληθυντικό.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συγχαρητήρια | συγχαρητήρια |
| Γενική | — | συγχαρητηρίων |
| Αιτιατική | — | συγχαρητήρια |
| Κλητική | — | συγχαρητήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →