συγχρηματοδότηση
•
- οικονομίαη από κοινού χρηματοδότηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συγχρηματοδότηση < συγχρηματοδοτώ + -(η)ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συγχρηματοδότηση | συγχρηματοδοτήσεις |
| Γενική | συγχρηματοδότησης | συγχρηματοδοτήσεων |
| Αιτιατική | συγχρηματοδότηση | συγχρηματοδοτήσεις |
| Κλητική | συγχρηματοδότηση | συγχρηματοδοτήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →