συγχωρώ
•
- παύω να έχω αρνητικά συναισθήματα απέναντι σε κάποιον που έκανε ένα σφάλμα Βικιλεξικό
- ο πατέρας συγχώρεσε το παιδί του για την ασέβεια που έδειξε
- σου έχω συγχωρέσει πολλά, αλλά αυτό παραπάει
- συνώνυμο της συγγνώμης, σε μη κυριολεκτικές εκφράσεις ευγενείας όπου με τακτ κάποιος ζητεί κάτι που αυτονόητα δικαιούται και η έκφραση παρά το παρακλητικό ρήμα, έχει έγκλιση προστακτικής Βικιλεξικό
- Εμάς μας συγχωρείτε, αλλά πρέπει να πηγαίνουμε
- Με συγχωρείτε πολύ, αλλά αυτό είναι απαράδεκτο και αποκλείεται να συμφωνήσω!
- Με συγχωρείτε, μπορείτε να επαναλάβετε την τελευταία φράση;
- (με αγένεια, χωρίς τήρηση προσχημάτων) Να με συγχωρεί η χάρη σου, αλλά έπρεπε να με είχες συμβουλευτεί.
Ετυμολογία
συγχωρώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συγχωρῶ, συνηρημένος τύπος του συγχωρέω (αρχαία σημασία: συγκατατίθεμαι) Δείτε συγ-, χῶρος
Άλλοι τύποι
συγχωρέσωσυγχωρήσωσυγχωρεμένοςσυγχωρούμαισυγχωρούσασυγχώρεσασυγχώρησα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →