Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συζευγνύομαι

ρήμα
•
  1. κυριολεκτικάσυνδέομαι από δυο πράγματα Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπαντρεύομαι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συζευγνύομαι < παθητική φωνή του ρήματος συζευγνύω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυζευγνύομαισυζευγνύεσαισυζευγνύεταισυζευγνυόμαστεσυζευγνύεστεσυζευγνύονται
Παρατατικόςσυζευγνυόμουν / συζευγνυόμουνασυζευγνυόσουν / συζευγνυόσουνασυζευγνυόταν / συζευγνυότανεσυζευγνυόμασταν / συζευγνυόμαστεσυζευγνυόσασταν / συζευγνυόσαστεσυζευγνυόντουσαν / συζευγνύονταν
Αόριστοςσυζεύχθηκασυζεύχθηκεςσυζεύχθηκεσυζευχθήκαμεσυζευχθήκατεσυζευχθήκαν / συζευχθήκανε / συζεύχθηκαν
Μέλλονταςθα συζευγνύομαι / θα συζευχθώθα συζευγνύεσαι / θα συζευχθείςθα συζευγνύεται / θα συζευχθείθα συζευγνυόμαστε / θα συζευχθούμεθα συζευγνύεστε / θα συζευχθείτεθα συζευγνύονται / θα συζευχθούν / θα συζευχθούνε
Παρακείμενοςέχω συζευχθείέχεις συζευχθείέχει συζευχθείέχουμε συζευχθεί——
Υπερσυντέλικοςείχα συζευχθείείχες συζευχθείείχε συζευχθεί———
Υποτακτικήνα έχω συζευχθεί / να συζευγνύομαι / να συζευχθώνα έχεις συζευχθεί / να συζευγνύεσαι / να συζευχθείςνα έχει συζευχθεί / να συζευγνύεται / να συζευχθείνα έχουμε συζευχθεί / να συζευγνυόμαστε / να συζευχθούμενα συζευγνύεστε / να συζευχθείτενα συζευγνύονται / να συζευχθούν / να συζευχθούνε
Προστακτική—συζευγνύου——συζευγνύεστε / συζευχθείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →