συζευγνύομαι
•
- κυριολεκτικάσυνδέομαι από δυο πράγματα Βικιλεξικό
- μεταφορικάπαντρεύομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συζευγνύομαι < παθητική φωνή του ρήματος συζευγνύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συζευγνύομαι | συζευγνύεσαι | συζευγνύεται | συζευγνυόμαστε | συζευγνύεστε | συζευγνύονται |
| Παρατατικός | συζευγνυόμουν / συζευγνυόμουνα | συζευγνυόσουν / συζευγνυόσουνα | συζευγνυόταν / συζευγνυότανε | συζευγνυόμασταν / συζευγνυόμαστε | συζευγνυόσασταν / συζευγνυόσαστε | συζευγνυόντουσαν / συζευγνύονταν |
| Αόριστος | συζεύχθηκα | συζεύχθηκες | συζεύχθηκε | συζευχθήκαμε | συζευχθήκατε | συζευχθήκαν / συζευχθήκανε / συζεύχθηκαν |
| Μέλλοντας | θα συζευγνύομαι / θα συζευχθώ | θα συζευγνύεσαι / θα συζευχθείς | θα συζευγνύεται / θα συζευχθεί | θα συζευγνυόμαστε / θα συζευχθούμε | θα συζευγνύεστε / θα συζευχθείτε | θα συζευγνύονται / θα συζευχθούν / θα συζευχθούνε |
| Παρακείμενος | έχω συζευχθεί | έχεις συζευχθεί | έχει συζευχθεί | έχουμε συζευχθεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συζευχθεί | είχες συζευχθεί | είχε συζευχθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συζευχθεί / να συζευγνύομαι / να συζευχθώ | να έχεις συζευχθεί / να συζευγνύεσαι / να συζευχθείς | να έχει συζευχθεί / να συζευγνύεται / να συζευχθεί | να έχουμε συζευχθεί / να συζευγνυόμαστε / να συζευχθούμε | να συζευγνύεστε / να συζευχθείτε | να συζευγνύονται / να συζευχθούν / να συζευχθούνε |
| Προστακτική | — | συζευγνύου | — | — | συζευγνύεστε / συζευχθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →