Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συζητηθείς

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που συζητήθηκε, που έγινε αντικείμενο συζήτησης, διαπραγμάτευσης, που τέθηκε ωσ θέμα επί τάπητος, που εξετάσθηκε Βικιλεξικό
    • η συζητηθείσα ενώπιον του Αρείου Πάγου υπόθεση
    • ο συζητηθείς προϋπολογισμός
    • τα συζητηθέντα νομοσχέδια
  2. β΄ πρόσωπο ενικού υποτακτικής αορίστου του ρήματος συζητούμαι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συζητηθείς < λόγια μετοχή παθητικού αορίστου του δεσμεύω

Άλλοι τύποι

συζητηθένσυζητηθέντασυζητηθένταςσυζητηθέντεςσυζητηθέντοςσυζητηθέντωνσυζητηθείςσυζητηθείσασυζητηθείσαςσυζητηθείσεςσυζητηθείσηςσυζητηθεισών

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →