συζητηθείς
•
- που συζητήθηκε, που έγινε αντικείμενο συζήτησης, διαπραγμάτευσης, που τέθηκε ωσ θέμα επί τάπητος, που εξετάσθηκε Βικιλεξικό
- η συζητηθείσα ενώπιον του Αρείου Πάγου υπόθεση
- ο συζητηθείς προϋπολογισμός
- τα συζητηθέντα νομοσχέδια
- β΄ πρόσωπο ενικού υποτακτικής αορίστου του ρήματος συζητούμαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συζητηθείς < λόγια μετοχή παθητικού αορίστου του δεσμεύω
Άλλοι τύποι
συζητηθένσυζητηθέντασυζητηθένταςσυζητηθέντεςσυζητηθέντοςσυζητηθέντωνσυζητηθείςσυζητηθείσασυζητηθείσαςσυζητηθείσεςσυζητηθείσηςσυζητηθεισών
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →