Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συκιά

/siˈca/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. δέντροFicus carica δέντρο που κατάγεται από την νοτιοδυτική Ασία και την ανατολική μεσογειακή περιοχή· έχει πλατιά τρίλοβα ή πεντάλοβα φύλλα και πρασινοκόκκινους εδώδιμους καρπούς, τα σύκα Βικιλεξικό
    • στους λόφους του Βοσπόρου δεν υπάρχουν ελιές, ενώ τα κωνοφόρα είναι λιγοστά. Τους σκεπάζει ένα πυκνό χαλί από δέντρα όλων των ειδών. Βελανιδιές, καστανιές, συκιές, οξιές, λεύκες, μανόλιες, φτελιές, και φλαμουριές σκεπάζουν τους λόφους και τις κοιλάδες φτάνοντας μέχρι το νερό (Αλέξανδρος Μασσαβέτας, Κωνσταντινούπολη. Η πόλη των απόντων, εκδ. Πατάκης, 2016)
  2. χυδαίοο ομοφυλόφιλος Βικιλεξικό
    • θέλησα να χρησιμοποιήσω μια μεταφορά, αντί για τα τετριμμένα συκιά, ντιντής, φινιστρίνι, λουλού, λούγκρα, αδερφάρα, πισωγλέντης, κουνίστρω, οπισθόβουλος, οπισθογεμής και λοιπά, θέλησα να τον χαρακτηρίσω με μια εικόνα που υπέθεσα θα περνούσε κάτω απ' το ραντάρ της πολιτικής ορθότητας και τον χαρακτήρισα «φούστα - πούτσα» (Δημήτρης Νόλλας, Οι απέθαντοι, Μια αληθινή ιστορία που έγινε πραγματική, 2023)

Ετυμολογία

συκιά < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική συκ(ῆ), συνηρημένος τύπος του συκέα + -ιά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυκιάσυκιές
Γενικήσυκιάςσυκιών
Αιτιατικήσυκιάσυκιές
Κλητικήσυκιάσυκιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →