συκωταριά
•
- λαϊκότο συκώτι μαζί με τα πνευμόνια και άλλα εντόσθια από σφάγιο Βικιλεξικό
- αρνίσια συκωταριά
Ετυμολογία
συκωταριά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική συκωταρέα. Συγχρονικά αναλύεται σε συκώτ(ι) + -αριά. Παραβάλετε νεφραμιά.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συκωταριά | συκωταριές |
| Γενική | συκωταριάς | συκωταριών |
| Αιτιατική | συκωταριά | συκωταριές |
| Κλητική | συκωταριά | συκωταριές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →