Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συκωταριά

/si.ko.taˈɾʝa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λαϊκότο συκώτι μαζί με τα πνευμόνια και άλλα εντόσθια από σφάγιο Βικιλεξικό
    • αρνίσια συκωταριά

Ετυμολογία

συκωταριά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική συκωταρέα. Συγχρονικά αναλύεται σε συκώτ(ι) + -αριά. Παραβάλετε νεφραμιά.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυκωταριάσυκωταριές
Γενικήσυκωταριάςσυκωταριών
Αιτιατικήσυκωταριάσυκωταριές
Κλητικήσυκωταριάσυκωταριές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →