συλλαβίζω
•
- χωρίζω σε συλλαβές Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάδιαβάζω με δυσκολία, μόλις που ξέρω ανάγνωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συλλαβίζω < (ελληνιστική κοινή) συλλαβίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συλλαβίζω | συλλαβίζεις | συλλαβίζει | συλλαβίζουμε | συλλαβίζετε | συλλαβίζουν / συλλαβίζουνε |
| Παρατατικός | συλλάβιζα | συλλάβιζες | συλλάβιζε | συλλαβίζαμε | συλλαβίζατε | συλλάβιζαν / συλλαβίζαν / συλλαβίζανε |
| Αόριστος | συλλάβισα | συλλάβισες | συλλάβισε | συλλαβίσαμε | συλλαβίσατε | συλλάβισαν / συλλαβίσαν / συλλαβίσανε |
| Μέλλοντας | θα συλλαβίζω / θα συλλαβίσω | θα συλλαβίζεις / θα συλλαβίσεις | θα συλλαβίζει / θα συλλαβίσει | θα συλλαβίζουμε / θα συλλαβίσουμε | θα συλλαβίζετε / θα συλλαβίσετε | θα συλλαβίζουν / θα συλλαβίζουνε / θα συλλαβίσουν / θα συλλαβίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συλλαβίσει | έχεις συλλαβίσει | έχει συλλαβίσει | έχουμε συλλαβίσει | έχετε συλλαβίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συλλαβίσει | είχες συλλαβίσει | είχε συλλαβίσει | είχαμε συλλαβίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συλλαβίσει / να συλλαβίζω / να συλλαβίσω | να έχεις συλλαβίσει / να συλλαβίζεις / να συλλαβίσεις | να έχει συλλαβίσει / να συλλαβίζει / να συλλαβίσει | να έχουμε συλλαβίσει / να συλλαβίζουμε / να συλλαβίσουμε | να έχετε συλλαβίσει / να συλλαβίζετε / να συλλαβίσετε | να συλλαβίζουν / να συλλαβίζουνε / να συλλαβίσουν / να συλλαβίσουνε |
| Προστακτική | — | συλλάβιζε / συλλάβισε | — | — | συλλαβίζετε / συλλαβίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →