Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συλλαβογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη συλλαβογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
    • Δεν αλλάζεις εύκολα έναν από τη φύση του συντηρητικό θεσμό που είναι ο τρόπος γραφής, για να περάσεις σε μια τελείως διαφορετική γραφή και ως μορφή και ως σύστημα: να περάσεις από μια συλλαβογραφική γραφή (τη γραμμική Β) σε μια φθογγογραφική συμφωνογραφική γραφή (το φοινικικό σύστημα) που οι Ελληνες μετέτρεψαν στο πρώτο πραγματικό αλφάβητο. (Γεώργιος Μπαμπινιώτης, Η συμβολή τού ελληνικού αλφαβήτου στον πολιτισμό μας, tovima.gr 01/11/2014 https://www.tovima.gr/2014/11/01/opinions/i-symboli-toy-ellinikoy-alfabitoy-ston-politismo-mas/)

Ετυμολογία

συλλαβογραφικός < συλλαβογραφία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυλλαβογραφικόςσυλλαβογραφικήσυλλαβογραφικό
Γενικήσυλλαβογραφικούσυλλαβογραφικήςσυλλαβογραφικού
Αιτιατικήσυλλαβογραφικόσυλλαβογραφικήσυλλαβογραφικό
Κλητικήσυλλαβογραφικέσυλλαβογραφικήσυλλαβογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυλλαβογραφικοίσυλλαβογραφικέςσυλλαβογραφικά
Γενικήσυλλαβογραφικώνσυλλαβογραφικώνσυλλαβογραφικών
Αιτιατικήσυλλαβογραφικούςσυλλαβογραφικέςσυλλαβογραφικά
Κλητικήσυλλαβογραφικοίσυλλαβογραφικέςσυλλαβογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →